σιβέτ

και σιβέτιο, το, Ν
1. ζωολ. κοινή ονομασία πολλών ειδών τού γένους βιβέρρα, σαρκοφάγου θηλαστικού γνωστού και με τη λόγια ονομασία μοσχογαλή, καθώς και ορισμένων άλλων συγγενικών γενών, κύριο κοινό χαρακτηριστικό τών οποίων είναι η έκκριση από τους πρωκτικούς τους αδένες μιας ελαιώδους ουσίας με άρωμα μόσχου, που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία
2. (βιοχ.) λιπαρή έκκριση με άρωμα μόσχου που παράγεται από τους πρωκτικούς αδένες τού φερώνυμου ζώου και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, αλλ. σιβέτιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. civet].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιβέτιο — το, Ν (βιοχ.) βλ. σιβέτ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.